κατονομάζω

κατονομάζω
(ΑΜ κατονομάζω)
νεοελλ.
1. καλώ κάποιον ή κάτι με το όνομά του, αναφέρω το όνομα κάποιου
2. καταγγέλλω κάποιον ονομαστικά, αναφέρω το όνομα αυτού που καταγγέλλω
μσν.-αρχ.
δίνω όνομα σε κάποιον, ονομάζω («Ὅμηρον δ' ὀρθῶς εἰκάζειν μοι δοκεῑ Ποσειδώνιος τοὺς ἐν τῇ Εὐρώπῃ Μυσοὺς κατονομάζειν», Στράβ.)
αρχ.
παθ. κατονομάζομαι
α) (για αριθμούς) είμαι εκφρασμένος με επιστημονικούς όρους
β) μνηστεύομαι, αρραβωνιάζομαι («γυναῑκα τῷ βασιλεῑ κατωνομασμένην», Πολ.)
γ) αφιερώνομαι στον θεό
δ) (το ουδ. μτχ. παθ. παρακμ.) τὰ κατωνομασμένα
τα αναφερθέντα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • κατονομάζω — name pres subj act 1st sg κατονομάζω name pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατονομάζω — κατονομάζω, κατονόμασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατονομάζω — κατονόμασα, κατονομάστηκα, κατονομασμένος, αναφέρω το όνομα κάποιου, καταγγέλλω κάποιον ονομαστικά: Κατονόμασε όλους τους υπόπτους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατονομάζῃ — κατονομάζω name pres subj mp 2nd sg κατονομάζω name pres ind mp 2nd sg κατονομάζω name pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατονομάσει — κατονομάζω name aor subj act 3rd sg (epic) κατονομάζω name fut ind mid 2nd sg κατονομάζω name fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατονομάσῃ — κατονομάζω name aor subj mid 2nd sg κατονομάζω name aor subj act 3rd sg κατονομάζω name fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατονομαζομένων — κατονομάζω name pres part mp fem gen pl κατονομάζω name pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατονομαζόμεθα — κατονομάζω name pres ind mp 1st pl κατονομάζω name imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατονομαζόμενον — κατονομάζω name pres part mp masc acc sg κατονομάζω name pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατονομασθέντα — κατονομάζω name aor part pass neut nom/voc/acc pl κατονομάζω name aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”